 |
Επετειακή έκδοση,
ST ANDREW᾽S THEOLOGICAL COLLEGE,
The first two decades, Sydney 2007 |
«Σὺ δὲ μένε ἐν οἷς ἔμαθες καὶ ἐπιστώθης,
εἰδὼς παρὰ τίνος ἔμαθες…»
(Β΄ Τιμ., γ΄, 14-15)
Γεώργιος Θ. Καφετζής
Συντονιστής Διευθυντής του Ακτινολογικού Εργαστηρίου ΕΣΥ
στο Γενικό Πανεπιστημιακό Νοσοκομείο Αλεξανδρούπολης
Τον μακαριστό Αρχιεπίσκοπο Αυστραλίας Στυλιανό γνώρισα τελειόφοιτος του Γυμνασίου ως Ηγούμενο της Πατριαρχικής Μονής Βλατάδων, αμέσως μετά την χειροτονία του σε Μητροπολίτη Μιλητουπόλεως. Έκτοτε η γνωριμία αυτή εξελίχθηκε σε μια ιδιαίτερα εγκάρδια σχέση, που διατηρήθηκε αδιατάρακτη επί σχεδόν μισό αιώνα. Σχέση που διακρινόταν από πατρική στοργή και αγάπη από τον Δεσπότη, σε συνδυασμό με ανύστακτο ενδιαφέρον για την εν γένει πορεία της ζωής μου. Από τότε, μαζί με τα πολλά πνευματικά δώρα που απεκόμισα, μου δόθηκε η δυνατότητα να γνωρίσω και από κοντά το πολύπλευρο και πολυδιάστατο έργο που επιτεύχθηκε όλα αυτά τα χρόνια, καθιστώντας τον μακαριστό Στυλιανό αναμορφωτή και ανακαινιστή της Αρχιεπισκοπής Αυστραλίας.
Θέλησα, λοιπόν, σαν ελάχιστο αντίδωρο, να επιμαρτυρήσω μετά από όσα γράφηκαν ή ειπώθηκαν με αφορμή την εκδημία του μακαριστού Ιεράρχη, γράφοντας κατά χρέος τα ακόλουθα. Όμως δεν θα αναφερθώ σε βιογραφικά στοιχεία ή σε σημαντικές στιγμές της μακράς ποιμαντορίας του. Και αυτό γιατί ο ίδιος τόνιζε στον ενθρονιστήριο λόγο του: «μὴ δώσητε πρωταρχικὴν σημασίαν εἰς τὸ βιογραφικόν του σημείωμα (του νέου Ποιμενάρχου σας)... Τὸ βάθος ἄλλωστε καὶ τὸ μυστήριον τοῦ ἀνθρωπίνου προσώπου, οὕτως ἤ ἄλλως, δὲν ἐξαντλεῖται εἰς τὰ στοιχεῖα τῆς ἀστυνομικῆς του ταυτότητος, οὔτε εἰς τὰ συμβατικῶς σταθμιζόμενα δεδομένα τοῦ βίου του».1
Νομίζω πως περισσότερο αξίζει να γνωρίσει ο αναγνώστης μια σημαντική περίοδο της ζωής του, η οποία άφησε πάλλοντα, μέχρι το τέλος, ίχνη στην προσωπικότητά του. Θα αναφερθώ, λοιπόν, στην περίοδο της μαθητείας του στη περιώνυμη Θεολογική Σχολή της Χάλκης είτε αντλώντας από το άρθρο του «τὸ ἦθος τῆς Χάλκης»2, είτε ανατρέχοντας στα όσα άκουσα από τον μακαριστό ιεράρχη για την Σχολή.
Γράφει ο δια βίου ευγνώμων ιεράρχης για την τροφό του Σχολή: «Ἡ Σχολὴ τῆς Χάλκης ἱδρύθηκε μέσα ἀπὸ τὰ «Ἅγια τῶν Ἁγίων» τῆς Ἐκκλησίας, δηλαδὴ ἀπὸ τὴ Σύνοδο τοῦ Πανσέπτου καὶ μαρτυρικοῦ Θρόνου τῆς Κωνσταντινουπόλεως, γιὰ νὰ θεραπεύσει τὶς ἄμεσες ἀνάγκες, σὲ ἐπιτελικὰ στελέχη, τῆς Ἐκκλησίας «τῶν τοῦ Χριστοῦ πενήτων». Ἀπ᾽ αὐτὸν ἀκριβῶς τὸν ἐκ γενετῆς προσανατολισμό, θὰ διαμορφωθεῖ τελείως ἀβίαστα καὶ φυσιολογικὰ τὸ ὅλο ἦθος τῆς Χάλκης, ποὺ θὰ σφραγίσει τοὺς ἀποφοίτους της ἰσοβίως. Ὅπου κι̉ ἄν τοποθετηθοῦν νὰ ὑπηρετήσουν, ὡς Κληρικοὶ ἤ λαϊκοὶ ἀδιακρίτως... Τὸ ἦθος λοιπὸν τῆς Χάλκης ἦταν ἐξ ὁρισμοῦ λευϊτικό,... γιατὶ ἀπέβλεπε στὸν καταρτισμὸ ποιμένων καὶ διδασκάλων τοῦ λαοῦ τοῦ Θεοῦ. Ὄχι ἐργαστηριακῶν θεραπόντων ἤ ρητορικῶν ἐκφαντόρων μιᾶς, οὕτως εἰπεῖν, «τιτουλαρίου θεολογίας»…. Ἡ προσωπική μετοχή σ΄ ὅλα τὰ δρώμενα στὸ Ναό, κατὰ τρόπο συστηματικὸ καὶ προγραμματισμένο, ἐσφράγιζε τὸν τρόφιμο τῆς Χάλκης, μ̉ ἕνα «ὕφος» ποὺ θά ̉μενε καθοριστικὸ καὶ γιὰ ὅλες τὶς ἐκτὸς Ναοῦ κινήσεις καὶ δραστηριότητές του. Καὶ δὲν ἐννοοῦμε ἐδῶ τὴν τυποποιημένη εὐσεβιστικὴ συμπεριφορὰ τῶν λεγομένων «κινησιακῶν» ἤ «κατηχητικῶν», ἀλλὰ τὴν ἀπροσποίητη ἀγωγὴ ἀπὸ μιὰ ἐπίσης ἀνεπιτήδευτη «παιδεία καὶ νουθεσία Κυρίου», μέ τὴν ὁποία χωρὶς λόγια διδάσκεται «καὶ γέλως ὀδόντων καὶ βῆμα ποδός»3.
Αλλά ο ιδιαίτερα ευαίσθητος Στυλιανός δεν ήταν δυνατόν να αναφερθεί χωρίς να συγκινηθεί και στη θέα της Κωνσταντινουπόλεως από τον λόφο της Ελπίδος. Γράφει λοιπόν: «…ἡ συνεχὴς θέα τῆς Κωνσταντινουπόλεως, ἁπλωμένη στὸ βάθος τοῦ ὁρίζοντα, μὲ πλῆθος μιναρέδες νὰ λογχίζουν τὸν οὐρανό. Ἦταν ἡ γνωστὴ ἀπὸ τὸν θρύλο «Βασιλεύουσα», κι ὅμως γιὰ μᾶς ἡ μεγάλη Σκλαβωμένη. Ἡ Πόλη τοῦ κλέους, καὶ ἡ Πόλη τῶν θρήνων τοῦ Γένους. Μπροστὰ στὰ μάτια μας συνεχῶς, ὅλη δικὴ μας. Καὶ ἐν τούτοις μακρινή, ἀπρόσιτη ξένη. Καθώς διαγράφεται ρευστή, σχεδὸν ἐξαϋλωμένη, μέσα στὸ ποῦσι καὶ τοὺς ὑδρατμούς, ἔμενε πάντα τυλιγμένη στὴν ἀχλύ τοῦ μυστηρίου της. Μᾶς κατένυσσε μυστικά, καὶ συγχρόνως μᾶς πονούσε. Δὲν ὑπῆρχε διδακτικώτερο μάθημα γιὰ μᾶς, ἀπ̉ αὐτὴ τὴ σιωπῶσα μαρτυρία, γιὰ τὸ ὅτι ὁ ἄνθρωπος τοῦ Θεοῦ δὲν πρέπει νὰ δεσμεύεται ὁριστικὰ σὲ καμμιὰ ἀξία τοῦ παρόντος κόσμου. Ἔτσι, αὐτὸ τὸ τραγικὸ θέαμα, πάνω ἀπὸ τὸ «παρατηρητήριο» τῆς Χάλκης, τελικὰ γινόταν λουτρὸ καθαρτήριο. Μᾶς μάθαινε νὰ ξεπερνοῦμε τὸ κοσμικὸ αἴσθημα τῆς νίκης ἣ τῆς ἥττας, μέσα στὸ νηπτικὸ κλῖμα ποὺ διδάσκει ὁ Ἀπ. Παῦλος, ὅταν περιγράφει τοὺς ἀπεσταλμένους τοῦ Θεοῦ ὡς «τὰ πάντα ἔχοντας καὶ μηδὲν κατέχοντας», (Β΄ Κορ. 6,10).4