close
The Wayback Machine - https://web.archive.org/web/20190531075920/http://fanarion.blogspot.com/search/label/%CE%9A%CE%B5%CE%AF%CE%BC%CE%B5%CE%BD%CE%B1%20%CE%BA%CE%B1%CE%B8%CE%B7%CE%B3%CE%B7%CF%84%CE%BF%CF%8D%20%CE%9C.%CE%93.%20%CE%92%CE%B1%CF%81%CE%B2%CE%BF%CF%8D%CE%BD%CE%B7
_____________
__Yπεύθυνος σελίδας: Παναγιώτης Αντ. Ανδριόπουλος
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Κείμενα καθηγητού Μ.Γ. Βαρβούνη. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Κείμενα καθηγητού Μ.Γ. Βαρβούνη. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

3/17/2019

ΟΡΙΣΜΕΝΕΣ ΣΥΝΙΣΤΩΣΕΣ ΤΟΥ ΟΥΚΡΑΝΙΚΟΥ ΕΚΚΛΗΣΙΑΣΤΙΚΟΥ ΖΗΤΗΜΑΤΟΣ


Μ. Γ. ΒΑΡΒΟΥΝΗΣ 
Καθηγητής του Δημοκριτείου Πανεπιστημίου Θράκης 
Άρχων Προστάτης των Γραμμάτων της Μ.τ.Χ.Ε. 
Πολύς λόγος έχει γίνει τους τελευταίους μήνες για το ουκρανικό εκκλησιαστικό ζήτημα, και πολλές απόψεις έχουν εκατέρωθεν ακουστεί. Απόψεις ψύχραιμες και μη, αισιόδοξες και καταστροφολογικές, από κληρικούς και λαϊκούς. Απόψεις που άλλοτε απηχούν τις τρέχουσες αντιλήψεις ορισμένων που τις περιέχουν, άλλοτε συντάσσονται με συμφέροντα τρίτων και άλλοτε στηρίζονται σε παλαιότερες διαμάχες και διχοστασίες, καθώς προσπαθούν με αφορμή το ουκρανικό να πάρουν ένα ιδιότυπο είδος εκδίκησης για διαφωνίες που κάποιοι κατά καιρούς έχουν σχετικά με τον χειρισμό άλλων εκκλησιαστικών ζητημάτων. 
Είναι λοιπόν επόμενο το θέμα να έχει περιπλακεί, και ο καλόπιστος αναγνώστης και παρατηρητής να μην μπορεί να φτάσει σε ένα στέρεο συμπέρασμα. Αν μάλιστα σε αυτά προσθέσουμε και το γεγονός ότι το όλο ζήτημα έχει αναμειχθεί με πολιτικές σκοπιμότητες και ευρύτερες γεωπολιτικές συνισταμένες, εύκολα γίνεται κατανοητό ότι έχει σχηματιστεί μια περίπλοκη και δυσεξήγητη κατάσταση. Ενώπιον αυτής της καταστάσεως, που από χρόνια είχε ξεκινήσει να διαμορφώνεται, το Οικουμενικό Πατριαρχείο, ενεργώντας μέσα στα όρια της πανορθόδοξης και οικουμενικής δικαιοδοσίας του, έδωσε λύση με την έκδοση του γνωστού σε όλους μας τόμου αυτοκεφαλίας που επιδόθηκε προς τον εκλεγέντα Μητροπολίτη Κιέβου Επιφάνιο. Και αυτό, όπως ήταν επίσης αναμενόμενο, πυροδότησε μια σειρά εξελίξεων και αντιδράσεων, που στο τέλος τους δεν μπορούν παρά να καταλήξουν στην αναγνώριση της απόφασης και της σχετικής κανονικής ενέργειας του Οικουμενικού Θρόνου, και στην εκκλησιαστική απομόνωση όσων διατυπώνουν φωνή ασεβή, έξαλλη, πανικόβλητη και κακόβουλη, όπου κι αν αυτοί βρίσκονται. 
Ας δούμε όμως μερικά από τα βασικά χαρακτηριστικά των αντιδράσεων αυτών, τα οποία μπορούν να ομαδοποιηθούν και είναι απολύτως ενδεικτικά για τις προθέσεις και τις τοποθετήσεις των αντιστοίχων εντύπων και ηλεκτρονικών κειμένων: 
Αρχικώς είναι η οξύτητα και η επιθετικότητα του λόγου. Αντί για νηφάλιες τοποθετήσεις, ορισμένα επικριτικά της ουκρανικής αυτοκεφαλίας κείμενα έχουν υιοθετήσει έναν λόγο έξαλλο και μισαλλόδοξο, ταυτίζοντας οπωσδήποτε τον ορθόδοξο κατά την άποψή τους λόγο με την θρησκευτική υστερία. Έτσι, υιοθετώντας την δριμύτητα των λεκτικών σχημάτων και ένα σχεδόν υβριστικό ύφος αυτοδικαιώνονται και πείθουν περί του δικαίου που θεωρούν ότι έχουν. Φυσικά, το αντίθετο ακριβώς συμβαίνει, όχι μόνο δεν προβάλλουν πειστικά τις απόψεις τους, αλλά τουναντίον αυτοτοποθετούνται στον χώρο του θρησκευτικού φονταμενταλισμού, ώστε με την πρώτη ανάγνωση τα κείμενά τους να απορρίπτονται από κάθε νηφάλιο και καλόπιστο αναγνώστη. 

1/14/2019

Μ. Γ. ΒΑΡΒΟΥΝΗΣ: ΟΥΚΡΑΝΙΚΗΣ ΑΥΤΟΚΕΦΑΛΙΑΣ ΠΑΡΑΛΕΙΠΟΜΕΝΑ


Μ. Γ. ΒΑΡΒΟΥΝΗΣ 
Καθηγητής του Δημοκριτείου Πανεπιστημίου Θράκης 
Άρχων Προστάτης των Γραμμάτων της Μ. τ. Χ. Ε. 
Πολλά και ποικίλα έχουν γραφεί γύρω από το ζήτημα της αυτοκεφαλίας της Εκκλησίας της Ουκρανίας, το οποίο τους τελευταίους μήνες απασχόλησε την Ορθόδοξη Εκκλησία. Βεβαίως, το θέμα έχει κλείσει οριστικά και αμετάκλητα με την απόφαση του Οικουμενικού Θρόνου, την έκδοση και επικύρωση του τόμου αυτοκεφαλίας και την επίδοσή του από την Α.Θ.Π. τον Οικουμενικό Πατριάρχη κ.κ. Βαρθολομαίο στον νεοεκλεγέντα Ουκρανό προκαθήμενο Μητροπολίτη Κιέβου κ. Επιφάνιο. Μένουν ωστόσο ορισμένα ζητήματα εκκρεμή, με σπουδαιότερο αυτό της αναγνωρίσεως της αυτοκεφαλίας από τις υπόλοιπες Ορθόδοξες Εκκλησίες, που ανάγονται πλέον και στη σφαίρα της εκκλησιαστικής πολιτικής, αλλά και επηρεάζονται και από τις ευρύτερες γεωπολιτικές συνθήκες και εξελίξεις. 
Το μείζον σε παρόμοιες και ανάλογες περιπτώσεις, είναι το πνευματικό ζήτημα, και αυτό τακτοποιήθηκε λόγω της γενναίας, αυτοθυσιαστικής και πατρικής στάσης της Μητέρας Εκκλησίας της Κωνσταντινουπόλεως, στην αρμοδιότητα και στην ευθύνη της οποίας ανήκε βεβαίως η θεραπεία του. Γιατί πέραν των ιερών κανόνων, αλλά βεβαίως και των κανονολόγων και των κανονολογούντων, βρίσκεται βεβαίως η ανάγκη να επανέλθει σε κατάσταση εκκλησιαστικής τάξης, κοινωνίας και πνευματικής ομαλοποίησης ένας ολόκληρος λαός, που σε τίποτε δεν έφταιξε, και βεβαίως δεν έπρεπε να πληρώνει τους κάθε είδους ανταγωνισμούς των ισχυρών του κόσμου. Αυτών ακριβώς των ισχυρών τις απειλές των οποίων το Οικουμενικό Πατριαρχείο αγνόησε, για να αρθεί για μια ακόμη φορά στο ύψος των περιστάσεων και της υψηλής και μοναδικής διορθόδοξης, διαχριστιανικής και οικουμενικής αποστολής του, προβαίνοντας στις απαραίτητες ενέργειες για την θεραπεία του μεγάλου πνευματικού και εκκλησιολογικού αυτού προβλήματος. 
Είναι μάλιστα λανθασμένη η άποψη ότι ο Οικουμενικός Θρόνος επέβαλε εν προκειμένω τις απόψεις του. Προηγήθηκαν συνομιλίες, προσκλήσεις που εν μέρει περιφρονήθηκαν, παραινέσεις που μερικώς δεν εισακούσθηκαν και κανονικές συνοδικές διαδικασίες που με έπαρση αδικαιολόγητη περιφρονήθηκαν από όσους είχαν αντίθετη άποψη. Προηγήθηκε δηλαδή όλη η απαραίτητη διαβούλευση, στη διάρκεια της οποίας φάνηκε με σαφήνεια ποιοι ήταν οι διατεθειμένοι να εργαστούν προς την κατεύθυνση της εξεύρεσης λύσης, και ποιοι ήταν οι άτεγκτοι, που επέμεναν σε παρωχημένα σχήματα και σε ανύπαρκτες δήθεν ιστορικές ιδεοληψίες. 
Και βέβαια, στο τέλος το Οικουμενικό Πατριαρχείο προχώρησε, όπως ακριβώς του επέβαλε ο ρόλος του πρωτοκορυφαίου θρόνου της Ορθοδοξίας, ρόλος συντονιστικός και διευθυντικός και όχι δυναστικός, όπως κάποιοι, ελάχιστοι βέβαια, ισχυρίζονται: ειδική σύνοδος εξέλεξε τον νέο προκαθήμενο, δεν τον επέβαλε το Φανάρι. Σύνοδος στην οποία, όπως και στην Αγία και μεγάλη Σύνοδο της Ορθοδοξίας στην Κρήτη κάποιοι δεν πήραν μέρος, θέτοντας τους εαυτούς τους εκτός εξελίξεων, γιατί είναι τοις πάσι γνωστό ότι η ιστορία γράφεται μόνο με τους παρόντες και ποτέ με τους απόντες. 

12/26/2018

Η ΟΡΘΟΔΟΞΗ ΕΚΚΛΗΣΙΑ, ΤΟ ΟΥΚΡΑΝΙΚΟ ΖΗΤΗΜΑ ΚΑΙ ΟΙ ΓΕΩΠΟΛΙΤΙΚΕΣ ΣΥΓΚΥΡΙΕΣ


Μ. Γ. ΒΑΡΒΟΥΝΗΣ 
Καθηγητής του Δημοκριτείου Πανεπιστημίου Θράκης 
Άρχων Προστάτης των Γραμμάτων της Μ. τ. Χ. Ε. 
Όπως και με άλλη ευκαιρία γράψαμε, όλες οι αγκυλώσεις και οι ενστάσεις στο ζήτημα της αυτοκεφαλίας της Εκκλησίας της Ουκρανίας εδράζονται στην πρακτικής της χρήσης δύο μέτρων και πολλών σταθμών. Εν προκειμένω, στην άποψη ότι τα εκκλησιαστικά πρέπει να συμμεταβάλλονται με τα πολιτικά πράγματα και οι κανόνες να ακολουθούνται και να εφαρμόζονται κατά περίπτωση, ανάλογα με τα εκάστοτε συμφέροντα. Και το πιο λυπηρό, είναι ότι την άποψη αυτή προσπάθησαν να στηρίξουν με αναδημοσιεύσεις και αναρτήσεις κάποιοι που θεωρούν ότι γνωρίζουν τα πάντα, κι ας μην ξέρουν να κλίνουν γραμματικά τα ουσιαστικά και τα επίθετα, στολίζοντας της κείμενά τους με πλήθος ορθογραφικών μαργαριταριών. 
Σε κάθε περίπτωση η ιστορία κατ’ άνθρωπον και ο αδέκαστος κριτής Κύριός μας, που ίδρυσε την Εκκλησία με το τίμιο αίμα του, θα κρίνουν και θα εκφέρουν εν καιρώ την ετυμηγορία τους. Ωστόσο η εξέλιξη των γεγονότων δείχνει αφενός μεν πόσο σωστά από εκκλησιολογική και πνευματική άποψη λειτούργησε ο Οικουμενικός Θρόνος, και πόσο άλογα, σχεδόν υστερικά, αντέδρασαν όσοι θεώρησαν ότι θίγονταν από τις αποφάσεις του. Εκείνοι που μονομερώς κήρυξαν τους εαυτούς τους ως σχισματικούς, γιατί σε αυτό οδήγησε η διακοπή της κοινωνίας, και κατόπιν φωνασκούν προσπαθώντας να επανορθώσουν το μέγιστο λάθος που είδαν ότι έκαναν σπιλώνοντας άλλους. 
Από κοντά και το ρωσικό κράτος, που μπορεί να μην αναμειγνύεται, όπως ευκαίρως ακαίρως διακηρύσσει, δεν μπόρεσε όμως να μην συκοφαντήσει το Οικουμενικό Πατριαρχείο και τον Σεπτό Προκαθήμενό του, για να λάβει βεβαίως μια ευγενική μεν, αλλά σαφώς ειρωνική απάντηση, που κανονικά πρέπει να έχει «τσακίσει κόκκαλα». Και είναι αυτή ακριβώς η ανάμειξη, που ξεσκεπάζει πλέον και στα μάτια του πλέον καλόπιστου την γεωπολιτική συγκυρία και την πολιτική σκοπιμότητα η οποία κρύβεται πίσω από την αντίδραση σε μια καθόλα κανονική, αναμενόμενη και πλήρως δικαιολογημένη εκκλησιαστική διευθέτηση ενός χρονίζοντος πνευματικού προβλήματος, που είχε φέρει σε δύσκολη θέση από άποψη εκκλησιαστική έναν ολόκληρο λαό, και είχε σφοδρές και δυσμενείς πνευματικές συνέπειες. 
Αν δούμε όσους συμπαρατάχθηκαν με την ρωσική και ρωσίζουσα αντίδραση, θα διαπιστώσουμε ότι στις πλείστες των περιπτώσεων υπήρχε συγκεκριμένο υπόβαθρο που στήριξε την επιλογή τους αυτή. Άλλοι, για παράδειγμα, κάλυψαν πίσω από την αντίθεσή τους στην χορήγηση αυτοκεφαλίας την πάγια κριτική θέση τους απέναντι στις επιλογές του Οικουμενικού Θρόνου, δείχνοντας ότι ήταν η σύγκληση της Αγίας και Μεγάλης Συνόδου της Κρήτης που τους πείραξε, και βρήκαν ευκαιρία το ουκρανικό ζήτημα για να πάρουν εκδίκηση. Άλλοι πάλι έχουν ζευτεί στο άρμα της ρωσικής δήθεν συναλληλίας προς τον Ελληνισμό, σε μια ιδέα δηλαδή πλήρως αστήρικτη από ιστορική άποψη, η οποία διαχέεται ήδη από τα χρόνια της οθωμανικής κατάκτησης, έχοντας τις ρίζες της στην αυτοκρατορική ρωσική προπαγάνδα εντός της οθωμανικής αυτοκρατορίας. 
Αναφέρομαι στα ιδεολογήματα για το «ξανθόν γένος», που δήθεν θα βοηθούσε την Ρωμηοσύνη να απελευθερωθεί, ενώ στην πραγματικότητα όποτε ο ρωσικός παράγοντας υποκίνησε εξεγέρσεις των υποδούλων αυτό έγινε αποκλειστικά στο πλαίσιο της εξυπηρέτησης των ρωσικών συμφερόντων, καθώς οι κατά τα άλλα «αδελφοί» μας δεν δίστασαν να εγκαταλείψουν όποτε έκριναν συμφέρον τους επαναστατημένους στο έλεος της σουλτανικής εκδίκησης. Πρόκειται για το ρωσικό σκέλος του μεγαλοϊδεατισμού, το οποίο έσβησε αδόξως στην πρακτική της σημαντικής βοήθειας που οι Ρώσοι πρόσφεραν στον Κεμάλ για να σφαγιάσει τους ομοεθνείς μας στον μικρασιατικό χώρο. Κι αυτά πρέπει να τα έχουν σοβαρά υπόψη τους όσοι υπό το κάλυμμα της ορθοδοξίας εισάγουν ευκαίρως ακαίρως ρωσικές αγιολατρίες και εθιμοταξίες στον ελληνορθόδοξο χώρο, είτε είναι κληρικοί, είτε ανήκουν στις τάξεις των λαϊκών. 
Να μην ξεχνούμε ότι απέναντι στο επιχείρημα ότι όλοι είμαστε ορθόδοξοι, άρα αδελφοί, πέρα από εθνοφυλετισμούς και εθνικισμούς, η απάντηση είναι ότι πράγματι έτσι θα έπρεπε να είναι τα πράγματα, αλλά ότι στην πράξη δεν είναι, και γι’ αυτό δεν φταίει ο Οικουμενικός Θρόνος, αλλά όσοι υπό το πρόσχημα της δήθεν τήρησης των κανόνων υποκρύπτουν έναν ιδιότυπο και επικίνδυνο «εκκλησιαστικό εθνικισμό». Το Οικουμενικό Πατριαρχείο έχει ακριβώς αυτήν την διακονία, της άσκησης κεντρικού συντονιστικού ρόλου στα ορθόδοξα πράγματα, ενώ το Πατριαρχείο της Μόσχας αποτελεί μια από τις πολλές ορθόδοξες τοπικές Εκκλησίες, με περιορισμένες αρμοδιότητες και δικαιοδοσίες. 
Αυτήν την πραγματικότητα επιχείρησε να ανατρέψει με πολιτικά κριτήρια η ρωσική κρατική εξουσία, με όργανο και μέσο την Εκκλησία, αναπτύσσοντας και υποθάλποντας τις γνωστές – και ελαφρώς γραφικές πλέον – θεωρίες για την «Τρίτη Ρώμη», που ανήκουν σήμερα στην ιστορία των ιδεών. Αλλά και από ιστορική άποψη, δεν μπορεί να συγχέεται η εκκλησιαστική πραγματικότητα με την ιστορική διάσταση, δεδομένου ότι μπορεί ο εκχριστιανισμός των Ρως να συνδέεται με το Κίεβο, αυτό όμως δεν δικαιολογεί τον στρουθοκαμηλισμό απέναντι στην δημιουργία στους αιώνες που πέρασαν ουκρανικής εθνότητας και στην απαίτηση της συντριπτικής πλειοψηφίας του ουκρανικού λαού να αποκτήσει δική του Εκκλησία, αφού από πολιτική άποψη η εχθρότητα που δημιουργήθηκε ανάμεσα στους Ουκρανούς και στους Ρώσους, στο πεδίο των εθνικιστικών και των πολιτικών αντιπαλοτήτων, δεν τους επιτρέπει να συνυπάρχουν. 
Είναι αυτό ακριβώς που έκαναν και οι Έλληνες, όταν μετά την ίδρυση του ελληνικού κράτους επέβαλαν ουσιαστικά την δημιουργία δικής τους Εκκλησίας, με το επιχείρημα της εθνικής και πολιτικής εχθρότητάς τους προς την οθωμανική αυτοκρατορία, όπου βρισκόταν η έδρα του Οικουμενικού Πατριαρχείου. Κι αυτό δεν πρέπει να το ξεχνάμε, διότι μόνο αντικρίζοντας ιστορικά τα διατρέξαντα μπορούμε να ερμηνεύσουμε και να κατανοήσουμε τα παρόντα. Ούτε φυσικά ο Οικουμενικός Θρόνος εφαρμόζει κατά περίσταση κριτήρια: αν είχαν το δικαίωμα οι Έλληνες, οι Βούλγαροι, οι Ρουμάνοι, οι Σέρβοι, οι Πολωνοί, οι Αλβανοί κ.λπ. να έχουν δικές τους Εκκλησίες, το ίδιο δικαίωμα έχουν και οι Ουκρανοί, ασχέτως αν κάποιοι θεωρούν ότι θίγονται τα γεωπολιτικά τους συμφέροντα και εργαλειοποιούν τις τοπικές τους Εκκλησίες για να πετύχουν ό,τι επιθυμούν ή φαντασιώνονται. 
Όλα αυτά αποτελούν τις βασικές συνισταμένες της παρούσας ουκρανικής καταστάσεως, οι οποίες επίτηδες περιπλέκονται από διαφόρους παράγοντες, για να δημιουργηθεί ένα σκοτεινό τοπίο, που θα επιδράσει αναλόγως στην κοινή γνώμη. Γι’ αυτό άλλωστε και ρίχνεται ασεβώς – από τους δήθεν προασπιστές της ευσέβειες με τους μεγάλους σταυρούς και τις γονυκλισίες – άφθονη συκοφαντική λάσπη εναντίον του Οικουμενικού Πατριαρχείου και του Σεπτού προκαθημένου του, για να καταδειχθεί σε άλλους η δήθεν ιδιοτέλεια που ωστόσο χαρακτηρίζει τους κατά περίπτωση κατηγόρους. Και δεν μπορούμε να μην παρατηρήσουμε ιστορικά ότι η Ρωσική Εκκλησία συνεχίζει να διαπράττει και στις μέρες μας το ίδιο σφάλμα που έκανε και στα χρόνια της τσαρικής Ρωσίας, και το οποίο πλήρωσε με τους διωγμούς και τους σφοδρούς κατατρεγμούς της από το κομουνιστικό καθεστώς που ακολούθησε, προσδενόμενη άνευ όρων στα άρμα της εκάστοτε πολιτικής κρατικής ηγεσίας, και υιοθετώντας τις επιδιώξεις της. 
Το τελικό κατ’ εμέ συμπέρασμα, πέραν των όσων παραπάνω διατυπώθηκαν, είναι ότι οφείλουμε δοξολογία στον πανάγαθο Θεό, εκτός όλων των άλλων και επειδή στις παρούσες κρίσιμες μέρες μας χαρίζει ως Οικουμενικό Πατριάρχη μια μεγάλη εκκλησιαστική προσωπικότητα με μεγάλο ηθικό ανάστημα και πυγμή, τον Πατριάρχη Βαρθολομαίο, ο οποίος μπορεί και οιακοστροφεί το σκάφος της Εκκλησίας με σοφία, σύνεση και αποτελεσματικότητα. Ας είναι λοιπόν το όνομά Του ευλογημένο και γι’ αυτό, και ας ευχηθούμε να μας τον χαρίζει «σώον, τίμιον, υγιά και μακροημερεύοντα» επί πολλά ακόμη έτη.

11/14/2018

ΜΑΡΤΥΡΙΑ ΕΚΚΛΗΣΙΑΣΤΙΚΗΣ ΙΣΤΟΡΙΑΣ: Η ΣΥΝΕΧΕΙΑ ΤΗΣ ΙΣΤΟΡΙΚΗΣ ΣΥΝΘΕΣΗΣ ΤΟΥ κ. ΑΡΙΣΤΕΙΔΗ ΠΑΝΩΤΗ


Μ. Γ. ΒΑΡΒΟΥΝΗΣ 
Καθηγητής του Δημοκρίτειου Πανεπιστημίου Θράκης 
Άρχων Προστάτης των Γραμμάτων της Μ.τ.Χ.Ε. 

Πριν λίγες μέρες έλαβα έναν καλοτυπωμένο και μεστό τόμο, με τίτλο Το Συνοδικόν ήτοι Επίτομος Ιστορία της εν Ελλάδι Εκκλησίας του ευσεβούς Γένους μας, τόμος Γ΄, τεύχος Α΄ (εν Αθήναις 2018, εκδ. Επτάλοφος Α.Β.Ε.Ε., σελ. 287), τον οποίο μελέτησα απνευστί. Πρόκειται για το πρώτο μέρος του τρίτου τόμου του μεγάλου έργου του Άρχοντος Μ. Ιερομνήμονος και πρεσβυγενούς Άρχοντος Οφφικιάλου του Οικουμενικού Θρόνου, Αριστείδη Πανώτη, του οποίου οι δύο πρώτοι τόμοι έχουν δημοσιευθεί υπό τον τίτλο Το Συνοδικόν. Επίτομη ιστορία της εν Ελλάδι Εκκλησίας κυρίως ως κληματίδος του Οικουμενικού Πατριαρχείου [τόμος 1, Αθήνα 2008, βλ. βιβλιοκρισία μου στην Εκκλησία 85: 6 (2008), σ. 459-461 και τόμος 2, Αθήνα 2009, βλ. βιβλιοκρισίες μου στη Θεολογία 80: 4 (2009), σ. 385-388, στον Παρνασσό 54 (2012), σ. 395-398 και στον Εκκλησιαστικό Φάρο 81 (2010), σ. 335-336]. 
Ας δούμε αρχικώς τα περιεχόμενα του βιβλίου: το πρώτο μέρος του τρίτου τόμου, μετά το προλογικό σημείωμα (σ. 9) περιλαμβάνει είκοσι επιμέρους κεφάλαια, στα οποία ο συγγρ. πραγματεύεται τις επιπτώσεις στο Οικουμενικό Πατριαρχείο από την Μικρασιατική Καταστροφή του 1922 και την Έξοδο του Μικρασιατικού Ελληνισμού (σ. 13, 22), αλλά και την Επανάσταση του 1922 σε σχέση προς την πατριαρχία του Μελετίου Δ΄ (σ. 30). Επίσης εξετάζει την συμβολή του Οικουμενικού Θρόνου στο προσφυγικό ζήτημα (σ. 42), την τακτοποίηση της ακαταστασίας που υπήρχε στα ελλαδικά εκκλησιαστικά ζητήματα και τα σχετικά με το Πατριαρχείο κατά τις διαβουλεύσεις για την υπογραφή της συνθήκης της Λωζάννης, σε σχέση με τις μεθοδεύσεις του τουρκικού κράτους κατά του Πατριαρχείου (σ. 75, 80, 115). 
Δια μακρών ο κ. Πανώτης ασχολείται με την μέριμνα του Οικουμενικού Πατριαρχείου για τις Εκκλησίες της Ευρώπης και των ΗΠΑ (σ. 126, 152), αλλά και για τα μετά την τακτοποίηση των σχέσεων του Πατριαρχείου με την Εκκλησία της Ελλάδος, στα πλαίσια της αυτοδιοίκησης της τελευταίας (σ. 169), με την πρώτη σύνοδο της ελλαδικής ιεραρχίας, το 1923 και τις προσπάθειες για μια ανακαίνιση της εκκλησιαστικής ζωής (σ. 184, 193). 
Τέλος, ο συγγρ. ασχολείται με το Πανορθόδοξο Συνέδριο της Κωνσταντινούπολης, του 1923 (σ. 206) και με τις εισηγήσεις που έγιναν για διορθόδοξα θέματα (σ. 222), με την αρνητική στάση της Άγκυρας έναντι του Οικουμενικού Θρόνου (σ. 245), την κατάργηση της ελλαδικής «ακοινωνησίας» από την Επανάσταση του 1922 (σ. 263) και τον επίλογο της πατριαρχίας του Οικουμενικού Πατριάρχου Μελετίου Δ΄ (σ. 271). Το βιβλίο κοσμείται με φωτογραφίες εποχής, οι περισσότερες των οποίων αποτελούν σπουδαία αρχειακά τεκμήρια. 
Ο κ. Πανώτης, με αναφορά στις πρωτογενείς πηγές της εποχής, αλλά και με βάση την μεγάλη γνώση και πείρα που έχει συγκεντρώσει από την μακρόχρονη καρποφόρα ενασχόλησή του με ζητήματα του Οικουμενικού Πατριαρχείου, συνεχίζει το σπουδαίο και πρωτότυπο έργο του, εξιστορώντας τα εκκλησιαστικά γεγονότα μιας περιόδου σχεδόν άγνωστης στην σχετική ιστορική βιβλιογραφία, η οποία μόλις τα τελευταία χρόνια άρχισε να διερευνάται [βλ. την εμπεριστατωμένη διδακτορική διατριβή του Αρχιμ. Ευάγγελου Στ. Υφαντίδη, Οικουμενικό Πατριαρχείο και Πολιτικές Δυνάμεις. Από τη συνδιάσκεψη της Λωζάννης έως την εκλογή του Πατριάρχη Βασιλείου Γ΄, Καβάλα – Βενετία 2014, με σχετική βιβλιοκρισία μου στον Εκκλησιαστικό Φάρο 85-86 (2014-2015), σ. 434-435].


Παρά το γεγονός ότι το βιβλίο αυτό αποτελεί καρπό προγραμματισμένης ιστορικής έρευνας και συγγραφής, η οποία μάλιστα διαρκεί πολλές δεκαετίες, έχει και μια οδυνηρή θα έλεγα επικαιρότητα. Οφείλεται αυτό στα τελευταία εκκλησιαστικά γεγονότα και τις εξελίξεις σχετικά με το ζήτημα της μισθοδοσίας των κληρικών και της αξιοποίησης της εκκλησιαστικής περιουσίας. Κι αυτό επειδή η Α.Θ.Π. ο Οικουμενικός Πατριάρχης κ. Βαρθολομαίος, αλλά και οι Μητροπολίτες των εν Ελλάδι επαρχιών του Θρόνου ύψωσαν στεντόρεια φωνή διαμαρτυρίας, και πιθανότατα θα είναι αυτοί που θα αποτελέσουν τους πρωταγωνιστές των όποιων εξελίξεων. Θυμίζει αυτό την γενικότερη προστασία που απολαμβάνει το Γένος από τις ενέργειες της Μεγάλης του Χριστού Εκκλησίας, σχετικά με τις οποίες ο συγγρ. έχει δημοσιεύσει ειδικό βιβλίο του, υπό τον τίτλο Η πατριαρχική προστασία των «Νέων Χωρών» κατά τη β΄ δεκαετία του 20ού αιώνα (Αθήνα 2014) [βλ. βιβλιοκρισία μου στον Εκκλησιαστικό Φάρο 85-86 (2014-2015), σ. 423-424]. Η ιστορία και πάλι φαίνεται να ανακυκλώνεται, καθώς δεν επαναλαμβάνεται μεν, αλλά συχνά διαγράφει κυκλικές και αλληλοκαλυπτόμενες τροχιές. 
Εκείνο που είναι πασιφανές και πρόδηλο, είναι ότι το Οικουμενικό Πατριαρχείο, ακόμη και σε κρίσιμες στιγμές της διαχρονικής διαδρομής του ευρισκόμενο, δεν λησμόνησε ποτέ το εμπερίστατο ποίμνιό του, και συνέχισε να μεριμνά για αυτό. Δεν επιδόθηκε σε προσωπικές πολιτικές και στρατηγικές, και δεν εξήρτησε την φροντίδα του αυτή από τις διαθέσεις, τις συμπάθειες ή αντιπάθειες, αλλά και τις όποιες δεσμεύσεις των εκάστοτε προκαθημένων του. Αντιθέτως, χάραξε συνεπή και με προοπτική εκκλησιαστική πολιτική, η οποία καθώς ήταν πάντοτε καλά μελετημένη, έφερε και θετικά έως και ευεργετικά αποτελέσματα για το Γένος. Η δράση του Οικουμενικού Θρόνου, όπως αναλυτικά και με σαφήνεια και ακρίβεια περιγράφει και μελετά ο κ. Πανώτης αποτελεί ασφαλώς παράδειγμα προς μίμηση και για τις άλλες τοπικές Εκκλησίες. 
Τα γεγονότα που ο συγγρ. παραθέτει, καθώς αφορούν τα κρίσιμα και μεταβατικά χρόνια αμέσως μετά την Μικρασιατική Καταστροφή του 1922 και τη Συνθήκη της Λωζάννης του 1923, με την ανταλλαγή πληθυσμών που ακολούθησε, δείχνουν με τον πλέον ανάγλυφο τρόπο πώς ενεργεί πάντοτε ο Οικουμενικός Θρόνος. Και προεκτεινόμενα στο παρόν και στο μέλλον, φανερώνουν και τεκμηριώνουν το πώς και το γιατί πρέπει να έχουμε εμπιστοσύνη στις εκάστοτε επιλογές του Οικουμενικού Πατριαρχείου, καθώς γίνονται με κριτήρια ορθόδοξα και οικουμενικά, και με στόχο την προστασία του πληρώματος της Εκκλησίας, αλλά και των ιστορικών δικαιωμάτων, των κεκτημένων, και της ταυτότητας του Γένους μας, εκκλησιαστικής και πολιτισμικής, όπως αυτή έχει διαμορφωθεί μέσα στους αιώνες.


Η εκκλησιαστική οργάνωση της Δυτικής Ευρώπης και της Αμερικής, που ξεκίνησε συστηματικά και θεμελιώθηκε την εποχή αυτή, αποδεικνύει του λόγου το αληθές, δεδομένου ότι δεν έγινε με σκοπό την απόκτηση νέων εδαφών και επαρχιών, όπως με εντελώς ανιστόρητο και πρόχειρο τρόπο γράφτηκε πρόσφατα από ιεράρχη Εκκλησίας των Σλάβων αδελφών μας, αλλά με στόχο την πνευματική φροντίδα και μέριμνα του ποιμνίου, που τότε ακριβώς άρχισε να αυξάνεται, ως συνέπεια των κοσμοϊστορικών γεγονότων που είχαν συμβεί. Το παράδειγμα αυτό δείχνει και τον τρόπο με τον οποίο ενεργεί ο Οικουμενικός Θρόνος πάντοτε, διαχρονικά, αλλά και στην παρούσα συγκυρία, προς όλες τις κατευθύνσεις, με καθαρώς εκκλησιαστικά, κανονικά και πνευματικά κριτήρια, πέρα από εθνικισμούς, εθνοφυλετισμούς και άλλες πολιτικές, πρόσκαιρες και κοσμικές βλέψεις. 
Συνελόντι ειπείν, το βιβλίο αυτό του κ. Αριστείδη Πανώτη, συνέχεια του προηγούμενου σχετικού δίτομου έργου του, αποτελεί πραγματικό απόκτημα και κόσμημα της σχετικής βιβλιογραφίας μας. Παρέχει πρωτογενές υλικό και αναφέρεται σε άγνωστες συχνά πτυχές και επίσης άγνωστα ή παραγνωρισμένα γεγονότα, συμβάλλοντας καθοριστικά στην έρευνα της εκκλησιαστικής ιστορίας και στην αποτίμηση της μεγάλης και διαρκούς προσφοράς της Μητέρας Εκκλησίας της Κωνσταντινουπόλεως στο Γένος, αλλά και στις όπου γης Ορθόδοξες Εκκλησίες. Γι’ αυτό και στον συγγραφέα αξίζουν θερμά συγχαρητήρια, με την ευχή και την προσδοκία σύντομα να δούμε τυπωμένη και τη συνέχεια της σημαντικότατης αυτής μελέτης, που διδάσκει, νουθετεί, και με τον τρόπο της είναι επίκαιρη, στη σημερινή εκκλησιαστική συγκυρία.

10/29/2018

ΕΘΝΙΚΙΣΜΟΙ, ΕΘΝΙΚΕΣ ΣΥΓΚΡΟΥΣΕΙΣ ΚΑΙ ΟΙΚΟΥΜΕΝΙΚΟ ΠΑΤΡΙΑΡΧΕΙΟ


Μ. Γ. ΒΑΡΒΟΥΝΗΣ 
Καθηγητής του Δημοκριτείου Πανεπιστημίου Θράκης 
Άρχων Προστάτης των Γραμμάτων της Μ. τ. Χ. Ε. 

ΕΘΝΙΚΙΣΜΟΙ, ΕΘΝΙΚΕΣ ΣΥΓΚΡΟΥΣΕΙΣ ΚΑΙ ΟΙΚΟΥΜΕΝΙΚΟ ΠΑΤΡΙΑΡΧΕΙΟ
ΤΟ ΥΠΟΒΑΘΡΟ ΤΗΣ ΟΥΚΡΑΝΙΚΗΣ ΕΚΚΛΗΣΙΑΣΤΙΚΗΣ ΚΡΙΣΗΣ 

Όπως και σε προηγούμενο άρθρο γράψαμε, το ουκρανικό εκκλησιαστικό ζήτημα είναι για την Εκκλησία της Ρωσίας ζήτημα πρωτίστως εθνικό και πολιτικό, καθώς μόνο το Οικουμενικό Πατριαρχείο έχει αντιμετωπίσει την υπόθεση με κριτήρια και τρόπους καθαρώς εκκλησιαστικά. Ο Οικουμενικός Θρόνος, έχοντας όπως πάντα αρθεί στο ύψος των περιστάσεων και της αποστολής του, αλλά και κινούμενος μέσα στο πλαίσιο των πανορθόδοξων και οικουμενικών δικαιοδοσιών του, ενεργεί για την επίλυση του θέματος με κριτήρια πνευματικά και ποιμαντικά, όπως έπρεπε να κάνει ο Πρώτος Θρόνος της Ορθοδοξίας, ενώ απέναντί του η Εκκλησία της Ρωσίας επιδίδεται σε ενέργειες ακραίες και έξω από το ορθόδοξο πνεύμα, έχοντας υιοθετήσει μια πολιτική σύγκρουσης χωρίς νόημα και χωρίς ελπίδα. 
Πρόσφατα εκδόθηκε ένα σημαντικό βιβλίο, η μελέτη του οποίου μπορεί να μας βοηθήσει να κατανοήσουμε το υπόβαθρο και τα ουσιαστικά αίτια αυτής της κρίσης. Πρόκειται για τη μελέτη του Καθηγητή και Άρχοντα Μ. Ρεφερενδάριου της Αγίας του Χριστού Μεγάλης Εκκλησίας κ. Πασχάλη Κιτρομηλίδη, που αναφέρεται στη σχέση θρησκείας και πολιτικής στον ορθόδοξο κόσμο, και επικεντρώνεται στη στάση του Οικουμενικού Πατριαρχείου έναντι των αλλαγών και των προκλήσεων της νεωτερικότητας (Religion and Politics in the Orthodox World. The Ecumenical Patriarchate and the Challenges of Modernity), η οποία εκδόθηκε από τον διεθνή και ευφήμως γνωστό εκδοτικό οίκο Routledge. 
Ο κ. Κιτρομηλίδης, στην μελέτη του αυτή ξεκινά από τη στάση του Πατριαρχείου έναντι του κινήματος του Διαφωτισμού, στηριζόμενος στην αλληλογραφία του Μητροπολίτη Ουγγροβλαχίας Ιγνατίου με τον G. P. Vieusseux, και συνεχίζει με τη στάση του Οικουμενικού Θρόνου απέναντι στην μορφοποίηση εθνικών κρατών στο χώρο της Νοτιοανατολικής Ευρώπης αλλά και στον εθνικισμό του 19ου αιώνα, ο οποίος εκ των πραγμάτων αντιστρατεύθηκε την οικουμενική Ορθοδοξία, όπως αυτή εκφραζόταν μέχρι τότε, εισάγοντας τον εθνικό παράγοντα στην εκκλησιαστική ζωή, κάτι που ως γνωστόν καταδικάστηκε από την Μητέρα Εκκλησία της Κωνσταντινουπόλεως με ειδική σύνοδο που συγκλήθηκε το 1872 στην Κωνσταντινούπολη με αφορμή το βουλγαρικό ζήτημα, ως «εθνοφυλετισμός». 
Στη συνέχεια, σε ιδιαίτερα κεφάλαια, εξετάζονται η θέση και η στάση του Οικουμενικού Θρόνου κατά την διάλυση της οθωμανικής αυτοκρατορίας και την ανάδυση του τουρκικού εθνικού κράτους, αλλά και κατά και μετά την Μικρασιατική Καταστροφή του 1922, και κατά την περίοδο του Ψυχρού Πολέμου (1946-1991). Στην τελευταία αυτή περίοδο ανακύπτουν μια σειρά από προβλήματα που εδράζονται σε πολιτικά ζητήματα, και αφορούν την αυτοκεφαλία τοπικών Εκκλησιών, τα οποία το Πατριαρχείο αντιμετώπισε πάντοτε με σύνεση, πατερική σκέψη και κανονική διάκριση, δίνοντας λύσεις μακράς πνοής, έχοντας κατά κανόνα να αντιμετωπίσει ανάλογες της σημερινής αντιδράσεις.
Τα δύο τελευταία κεφάλαια του βιβλίου αναφέρονται στην ύπαρξη μιας θρησκευτικής διεθνούς στη Νοτιοανατολική Ευρώπη και στη θέση της Ορθοδοξίας απέναντι στον εθνικισμό και στις εθνικές συγκρούσεις, όπως εκφράζεται από τον πρώτο τη τάξει Θρόνο της Ορθοδοξίας, το Οικουμενικό Πατριαρχείο. Ο τόμος κλείνει με κατάλογο των Οικουμενικών Πατριαρχών μετά το 1800, βιβλιογραφία και ευρετήριο, έχοντας περιλάβει επαρκώς στις 144 σελίδες του τα βασικά προβλήματα της νεώτερης και σύγχρονης ιστορίας του Θρόνου, τα οποία όπως σοφά είπε η Α.Θ.Π. ο Οικουμενικός Πατριάρχης κ.κ. Βαρθολομαίος πρόσφατα δεν είναι πλέον δογματικά αλλά ζητήματα εκκλησιαστικών δικαιοδοσιών, αλλά και τις λύσεις που δόθηκαν σε αυτά, πάντα με νηφαλιότητα, εκκλησιαστικό πνεύμα και συνετή διάθεση αγάπης. 
Με νηφαλιότητα και τεκμηριωμένο λόγο ο κ. Κιτρομηλίδης δείχνει πώς το Οικουμενικό Πατριαρχείο αντιμετώπισε τον εθνικισμό και τις επιδράσεις του στην Εκκλησία, σε περιπτώσεις όπως το βουλγαρικό σχίσμα αλλά και οι κατά καιρούς απαιτήσεις και τα ανάλογα προβλήματα των σλαβικών Εκκλησιών, και κατά κύριο λόγο της Εκκλησίας της Ρωσίας. Εκείνο που ολοκάθαρα διαφαίνεται μέσα από τις σελίδες του βιβλίου είναι ότι όσα σήμερα έχουν ανακύψει δεν είναι ούτε πρωτόφαντα, ούτε σημερινά, αλλά ότι με τη μια ή την άλλη μορφή έχουν απασχολήσει την Εκκλησία τόσο κατά τον επαναστατικό 19ο, όσο και κατά τον πολεμικό 20ό αιώνα. 
Αποτελεί λοιπόν το βιβλίο αυτό άριστο εργαλείο για να κατανοήσουμε τη σημερινή πραγματικότητα και τις ιστορικές ρίζες της. Και φυσικά τα όσα εκθέτει και μελετά αποτελούν πρόκριμα και για το μέλλον. Γιατί πέραν από τις όποιες επιθέσεις και τις έξαλλες φωνές, η κανονική παράδοση στο τέλος θα υπερισχύσει, και ο Πρώτος της Ορθοδοξίας, ο Οικουμενικός Πατριάρχης, θα αφεθεί απερίσπαστος να επιτελέσει ό,τι το καθήκον του επιτάσσει. Από την άλλη δε πλευρά το βιβλίο αυτό καταδεικνύει πόσο επίκαιρη είναι πάντοτε η ιστορική έρευνα, ιδίως στην περίπτωση ζητημάτων που επανέρχονται συχνά στο ιστορικό προσκήνιο. 
Κρατώντας μακριά την εκκλησιαστική πρακτική και ζωή από τους όποιους εθνικισμούς, από τα ποικίλα εθνικά συμφέρονται και τις μοιραίες και αναπόφευκτες συγκρούσεις τους, το Οικουμενικό Πατριαρχείο επιτελεί πλήρως το καθήκον του ως Πρωτόθρονης Εκκλησίας, το καθήκον αυτό που αποτελεί την ουσία της ύπαρξής του. Συντονίζει τις εκκλησιαστικές υποθέσεις με βάση την κανονικότητα και πασχίζει για την επικράτηση της ηρεμίας και της γαλήνης, της αρμονικής συνύπαρξης και της συνεργασίας των τοπικών Ορθοδόξων Εκκλησιών. Γιατί όπως πρόσφατα είπε η Α.Θ.Π. ο Οικουμενικός πατριάρχης κ.κ. Βαρθολομαίος, άλλο είναι να είσαι Πρώτος, και άλλο να σφετερίζεσαι τη θέση και την εκκλησιολογική υπόσταση του Πρώτου, για να εξυπηρετήσεις τις όποιες πολιτικές σκοπιμότητες. Κι αυτό επειδή η Ορθοδοξία έχει Πρώτο, και αυτός είναι ο εκάστοτε Οικουμενικός Πατριάρχης, ο προκαθήμενος της πρωτόθρονης Εκκλησίας της Κωνσταντινουπόλεως. 
Το βιβλίο του κ. Κιτρομηλίδη, αν και δεν γράφτηκε για την παρούσα ιστορική συγκυρία, ωστόσο μπορεί να αποτελέσει σημαντικότατο εργαλείο για την κατανόηση της σημερινής κατάστασης. Και τούτο επειδή είναι βιβλίο στηριγμένο στην ιστορική διάσταση των εσωτερικών σχέσεων ανάμεσα στον ορθόδοξο κόσμο της Ανατολής, και εξετάζει ιστορικές συγκυρίες σημαντικά συγκρίσιμες με τις σημερινές. Εδράζεται σε άριστη γνώση και κριτική αντιμετώπιση τόσο του αρχειακού, όσο και του βιβλιογραφικού υλικού, επιπλέον δε είναι γραμμένο με την αμεροληψία του έγκυρου ιστορικού ερευνητή, του ειδικού επί των πνευματικών και ιδεολογικών κινημάτων στη Νοτιοανατολική Ευρώπη των τελευταίων αιώνων, ενός ερευνητή με διεθνές κύρος και καθολική αναγνώριση, το έργο του οποίου απολαμβάνει την αποδοχή των ομοτέχνων του τόσο της ημεδαπής, όσο και της αλλοδαπής. 
Καιρός είναι πια να παύσουν οι άναρθρες και έξαλλες φωνές, και να ακούσουμε την φωνή της Μητέρας Εκκλησίας με περίσκεψη και υπακοή. Όπως περίτρανα έδειξε ο κ. Κιτρομηλίδης στην εμπεριστατωμένη μελέτη του το Πατριαρχείο σε εύκολους και δύσκολους καιρούς αποτελούσε πάντοτε τη γνήσια ορθόδοξη φωνή, που αντιτασσόταν στην εθνικιστική διάσπαση της ενότητας της Ορθοδοξίας, μια ενότητα την οποία μόνο αυτό μπορεί να εγγυηθεί. Όλα τα άλλα, ως όντα εκ του πονηρού, περιττεύουν.
Related Posts with Thumbnails